Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πηγαίος κώδικας

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. πληροφορικήτο κείμενο κώδικα προγράμματος γραμμένο σε γλώσσα προγραμματισμού. Ονομάζεται έτσι γιατί από αυτόν δημιουργείται με τη χρήση μεταγλωττιστή ή διερμηνευτή ο αντικειμενικός κώδικας ή ο εκτελέσιμος κώδικας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πηγαίος κώδικας < αγγλική source code : → δείτε τη λέξη πηγαίος και κώδικας

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →