πηγαδομούνα
•
- η γυναίκα που λόγω των συχνών σεξουαλικών της επαφών, το αιδοίο της έχει αποκτήσει μέγεθος Βικιλεξικό
- Την βλέπεις αυτή; Τρεις τρεις τους παίρνει τους άντρες. Πηγαδομούνα σου λέω...
Ετυμολογία
πηγαδομούνα < πηγάδι + μουνί
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πηγαδομούνα | πηγαδομούνες |
| Γενική | πηγαδομούνας | — |
| Αιτιατική | πηγαδομούνα | πηγαδομούνες |
| Κλητική | πηγαδομούνα | πηγαδομούνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →