Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πηγαδομούνα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η γυναίκα που λόγω των συχνών σεξουαλικών της επαφών, το αιδοίο της έχει αποκτήσει μέγεθος Βικιλεξικό
    • Την βλέπεις αυτή; Τρεις τρεις τους παίρνει τους άντρες. Πηγαδομούνα σου λέω...

Ετυμολογία

πηγαδομούνα < πηγάδι + μουνί

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπηγαδομούναπηγαδομούνες
Γενικήπηγαδομούνας—
Αιτιατικήπηγαδομούναπηγαδομούνες
Κλητικήπηγαδομούναπηγαδομούνες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →