πηγαδόνερο
•
- νερό από πηγάδι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πηγαδόνερο < πηγάδ(ι) + -ό- + -νερο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πηγαδόνερο | πηγαδόνερα |
| Γενική | πηγαδόνερου | πηγαδόνερων |
| Αιτιατική | πηγαδόνερο | πηγαδόνερα |
| Κλητική | πηγαδόνερο | πηγαδόνερα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →