πηγαδόπετρα
•
- πέτρα η οποία έχει χρησιμοποιηθεί σε χτίσιμο πηγαδιού (ιδίως στο περιστόμιο) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πηγαδόπετρα < πηγάδι + -ο- + πέτρα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πηγαδόπετρα | πηγαδόπετρες |
| Γενική | πηγαδόπετρας | πηγαδόπετρων |
| Αιτιατική | πηγαδόπετρα | πηγαδόπετρες |
| Κλητική | πηγαδόπετρα | πηγαδόπετρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →