Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πηγαινέλα

/pi.ʝeˈne.la/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. η συχνή, επαναλαμβανόμενη επανειλημμένη μετάβαση και επιστροφή σε κάποιο σημείο Βικιλεξικό
    • Γύρισε τα ζωοπάζαρα της περιοχής, ερεύνησε την αγορά, συμβουλεύτηκε παλιούς τζαμπάζηδες και καταστάλαξε σε είκοσι καμήλες, θηλυκές κι αρσενικές και δυο κοντά άλογα, ντόπια και σκληραγωγημένα. Εκεί στο χαϊβάν-παζάρ της Προύσας γνώρισε κάποιον αγά, ένα καλοσυνάτο γέρο έμπορο, που' χε αποκάμει στο πηγαινέλα στην αραπιά, με καραβάνια σαν κι αυτό που σχεδίαζε ο Ζαφείρης (Ζαφείριος Μέκος, Ριζώσαμε στην Κομοτηνή, εκδ. Ηρόδοτος, 2002, σελ. 27
  2. η απλή μετάβαση και επιστροφή, το αλερετούρ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πηγαινέλα < πήγαιν(ε) + έλα (προστακτικές των ρημάτων πηγαίνω και έρχομαι)

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →