πηγαινόρχομαι
•
- άλλη μορφή του πηγαινοέρχομαι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πηγαινόρχομαι < πηγαίνω + έρχομαι με αποβολή του [ε] για αποφυγή της χασμωδίας (αλλά βλ. και πηγαινοέρχομαι)
Άλλοι τύποι
πηγαινοέρχομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →