πηγαιότητα
•
- λόγιοο αυθορμητισμός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πηγαιότητα < πηγαίος + -ότητα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πηγαιότητα | πηγαιότητες |
| Γενική | πηγαιότητας | πηγαιοτήτων |
| Αιτιατική | πηγαιότητα | πηγαιότητες |
| Κλητική | πηγαιότητα | πηγαιότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →