Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πηγούλα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. υποκοριστικό του: πηγή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πηγούλα < πηγή + υποκοριστικό επίθημα -ούλα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπηγούλαπηγούλες
Γενικήπηγούλας—
Αιτιατικήπηγούλαπηγούλες
Κλητικήπηγούλαπηγούλες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →