πηγούλα
•
- υποκοριστικό του: πηγή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πηγούλα < πηγή + υποκοριστικό επίθημα -ούλα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πηγούλα | πηγούλες |
| Γενική | πηγούλας | — |
| Αιτιατική | πηγούλα | πηγούλες |
| Κλητική | πηγούλα | πηγούλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →