πηδαλιουχώ
•
- λόγιοείμαι πηδαλιούχος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πηδαλιουχώ < ελληνιστική κοινή πηδαλιουχέω / πηδαλιουχῶ < πηδαλιοῦχος < αρχαία ελληνική πηδάλιον + ἔχω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | πηδαλιουχώ | πηδαλιουχείς | πηδαλιουχεί | πηδαλιουχούμε | πηδαλιουχείτε | πηδαλιουχούν / πηδαλιουχούνε |
| Παρατατικός | πηδαλιουχούσα | πηδαλιουχούσες | πηδαλιουχούσε | πηδαλιουχούσαμε | πηδαλιουχούσατε | πηδαλιουχούσαν / πηδαλιουχούσανε |
| Αόριστος | πηδαλιούχησα | πηδαλιούχησες | πηδαλιούχησε | πηδαλιουχήσαμε | πηδαλιουχήσατε | πηδαλιουχήσαν / πηδαλιουχήσανε / πηδαλιούχησαν |
| Μέλλοντας | θα πηδαλιουχήσω / θα πηδαλιουχώ | θα πηδαλιουχήσεις / θα πηδαλιουχείς | θα πηδαλιουχήσει / θα πηδαλιουχεί | θα πηδαλιουχήσουμε / θα πηδαλιουχούμε | θα πηδαλιουχήσετε / θα πηδαλιουχείτε | θα πηδαλιουχήσουν / θα πηδαλιουχήσουνε / θα πηδαλιουχούν / θα πηδαλιουχούνε |
| Παρακείμενος | έχω πηδαλιουχήσει | έχεις πηδαλιουχήσει | έχει πηδαλιουχήσει | έχουμε πηδαλιουχήσει | έχετε πηδαλιουχήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα πηδαλιουχήσει | είχες πηδαλιουχήσει | είχε πηδαλιουχήσει | είχαμε πηδαλιουχήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω πηδαλιουχήσει / να πηδαλιουχήσω / να πηδαλιουχώ | να έχεις πηδαλιουχήσει / να πηδαλιουχήσεις / να πηδαλιουχείς | να έχει πηδαλιουχήσει / να πηδαλιουχήσει / να πηδαλιουχεί | να έχουμε πηδαλιουχήσει / να πηδαλιουχήσουμε / να πηδαλιουχούμε | να έχετε πηδαλιουχήσει / να πηδαλιουχήσετε / να πηδαλιουχείτε | να πηδαλιουχήσουν / να πηδαλιουχήσουνε / να πηδαλιουχούν / να πηδαλιουχούνε |
| Προστακτική | — | πηδαλιούχει / πηδαλιούχησε | — | — | πηδαλιουχήστε / πηδαλιουχείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →