Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πηδαλιουχώ

ρήμα
•
  1. λόγιοείμαι πηδαλιούχος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πηδαλιουχώ < ελληνιστική κοινή πηδαλιουχέω / πηδαλιουχῶ < πηδαλιοῦχος < αρχαία ελληνική πηδάλιον + ἔχω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςπηδαλιουχώπηδαλιουχείςπηδαλιουχείπηδαλιουχούμεπηδαλιουχείτεπηδαλιουχούν / πηδαλιουχούνε
Παρατατικόςπηδαλιουχούσαπηδαλιουχούσεςπηδαλιουχούσεπηδαλιουχούσαμεπηδαλιουχούσατεπηδαλιουχούσαν / πηδαλιουχούσανε
Αόριστοςπηδαλιούχησαπηδαλιούχησεςπηδαλιούχησεπηδαλιουχήσαμεπηδαλιουχήσατεπηδαλιουχήσαν / πηδαλιουχήσανε / πηδαλιούχησαν
Μέλλονταςθα πηδαλιουχήσω / θα πηδαλιουχώθα πηδαλιουχήσεις / θα πηδαλιουχείςθα πηδαλιουχήσει / θα πηδαλιουχείθα πηδαλιουχήσουμε / θα πηδαλιουχούμεθα πηδαλιουχήσετε / θα πηδαλιουχείτεθα πηδαλιουχήσουν / θα πηδαλιουχήσουνε / θα πηδαλιουχούν / θα πηδαλιουχούνε
Παρακείμενοςέχω πηδαλιουχήσειέχεις πηδαλιουχήσειέχει πηδαλιουχήσειέχουμε πηδαλιουχήσειέχετε πηδαλιουχήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα πηδαλιουχήσειείχες πηδαλιουχήσειείχε πηδαλιουχήσειείχαμε πηδαλιουχήσει——
Υποτακτικήνα έχω πηδαλιουχήσει / να πηδαλιουχήσω / να πηδαλιουχώνα έχεις πηδαλιουχήσει / να πηδαλιουχήσεις / να πηδαλιουχείςνα έχει πηδαλιουχήσει / να πηδαλιουχήσει / να πηδαλιουχείνα έχουμε πηδαλιουχήσει / να πηδαλιουχήσουμε / να πηδαλιουχούμενα έχετε πηδαλιουχήσει / να πηδαλιουχήσετε / να πηδαλιουχείτενα πηδαλιουχήσουν / να πηδαλιουχήσουνε / να πηδαλιουχούν / να πηδαλιουχούνε
Προστακτική—πηδαλιούχει / πηδαλιούχησε——πηδαλιουχήστε / πηδαλιουχείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →