Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πηδηχτός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. χορόςχορός που εκτελείται ή πραγματοποιείται με πηδήματα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πηδηχτός < πηδώ + -τός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπηδηχτή / πηδηχτός / πηδηχτόπηδηχτές / πηδηχτοί / πηδηχτά
Γενικήπηδηχτής / πηδηχτού / πηδηχτούπηδηχτών / πηδηχτών / πηδηχτών
Αιτιατικήπηδηχτή / πηδηχτό / πηδηχτόπηδηχτές / πηδηχτούς / πηδηχτά
Κλητικήπηδηχτή / πηδηχτέ / πηδηχτόπηδηχτές / πηδηχτοί / πηδηχτά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

πηδηχτός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που εκτελείται ή πραγματοποιείται με πηδήματα Βικιλεξικό
  2. προφορικόπου έχει σχέση με το (σεξουαλικό) πήδημα ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πηδηχτός < πηδώ + -τός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπηδηχτόςπηδηχτήπηδηχτό
Γενικήπηδηχτούπηδηχτήςπηδηχτού
Αιτιατικήπηδηχτόπηδηχτήπηδηχτό
Κλητικήπηδηχτέπηδηχτήπηδηχτό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπηδηχτοίπηδηχτέςπηδηχτά
Γενικήπηδηχτώνπηδηχτώνπηδηχτών
Αιτιατικήπηδηχτούςπηδηχτέςπηδηχτά
Κλητικήπηδηχτοίπηδηχτέςπηδηχτά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →