πηδηχτός
•
- χορόςχορός που εκτελείται ή πραγματοποιείται με πηδήματα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πηδηχτός < πηδώ + -τός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πηδηχτή / πηδηχτός / πηδηχτό | πηδηχτές / πηδηχτοί / πηδηχτά |
| Γενική | πηδηχτής / πηδηχτού / πηδηχτού | πηδηχτών / πηδηχτών / πηδηχτών |
| Αιτιατική | πηδηχτή / πηδηχτό / πηδηχτό | πηδηχτές / πηδηχτούς / πηδηχτά |
| Κλητική | πηδηχτή / πηδηχτέ / πηδηχτό | πηδηχτές / πηδηχτοί / πηδηχτά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →