πηδιέμαι
•
- παθητική φωνή του ρήματος πηδάω/πηδώ Βικιλεξικό
- χυδαίοπαθητική φωνή του ρήματος πηδάω/πηδώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Άλλοι τύποι
απηδήθηκαπηδήχτηκαπηδηγμένοςπηδημένοςπηδιόμουν
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →