πηδιόλα
•
- χυδαίοαυτή που πηδιέται- υβριστικός χαρακτηρισμός Βικιλεξικό
- θυμήθηκαν και μια πηδιόλα-αρχιλογίστρια, που επειδή δεν έλαβε αριστοκρατικό γαμήλιο δώρο τους έκραξε αδερφάρες (Ιωάννα Καρυστιάνη, Καιρός σκεπτικός, Εκδόσεις Καστανιώτη, 2011 https://books.google.gr/books?id=E4J2BQAAQBAJ&lpg=PT98&ots=ZEwp1fETBz&dq=%CF%80%CE%B7%CE%B4%CE%B9%CF%8C%CE%BB%CE%B1&pg=PT98#v=onepage&q=%CF%80%CE%B7%CE%B4%CE%B9%CF%8C%CE%BB%CE%B1&f=false)
- Την αποκαλούσε με φρικτούς χαρακτηρισμούς – γκρούπι, πηδιόλα (Λαρς Κέπλερ, Κυνηγός κουνελιών, Εκδ. Πατάκη, 2019 https://books.google.gr/books?id=YjTWDwAAQBAJ&lpg=PT324&ots=10WNtk1jkj&dq=%CF%80%CE%B7%CE%B4%CE%B9%CF%8C%CE%BB%CE%B1&pg=PT324#v=onepage&q=%CF%80%CE%B7%CE%B4%CE%B9%CF%8C%CE%BB%CE%B1&f=false)
Ετυμολογία
πηδιόλα < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πηδιόλα | πηδιόλες |
| Γενική | πηδιόλας | — |
| Αιτιατική | πηδιόλα | πηδιόλες |
| Κλητική | πηδιόλα | πηδιόλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →