πηλοπλαστικός
•
- που έχει σχέση με τον πηλοπλάστη ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πηλοπλαστικός < πηλοπλάστης + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πηλοπλαστικός | πηλοπλαστική | πηλοπλαστικό |
| Γενική | πηλοπλαστικού | πηλοπλαστικής | πηλοπλαστικού |
| Αιτιατική | πηλοπλαστικό | πηλοπλαστική | πηλοπλαστικό |
| Κλητική | πηλοπλαστικέ | πηλοπλαστική | πηλοπλαστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πηλοπλαστικοί | πηλοπλαστικές | πηλοπλαστικά |
| Γενική | πηλοπλαστικών | πηλοπλαστικών | πηλοπλαστικών |
| Αιτιατική | πηλοπλαστικούς | πηλοπλαστικές | πηλοπλαστικά |
| Κλητική | πηλοπλαστικοί | πηλοπλαστικές | πηλοπλαστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →