πηχτή
•
- πηγμένο ζουμί από σούπα, κυρίως από χοιρινή κρεατόσουπα Βικιλεξικό
- η ζελατίνη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πηχτή < ελληνιστική κοινή πηκτή, θηλυκό του πηκτός < πήγνυμι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πηχτή | πηχτές |
| Γενική | πηχτής | πηχτών |
| Αιτιατική | πηχτή | πηχτές |
| Κλητική | πηχτή | πηχτές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →