πηχυαίο
•
- πηχυαίος, στην αιτιατική του ενικού Βικιλεξικό
- στην ονομαστική του ενικού Βικιλεξικό
- στην αιτιατική του ενικού Βικιλεξικό
- στην κλητική του ενικού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →