πηχυαίος
•
- λόγιοπου έχει το μέγεθος, σε ύψος ή μήκος, ενός πήχυ Βικιλεξικό
- πολυ μεγάλος· λέγεται για τα τυπογραφικά στοιχεία με μεγάλο μήκος και πλάτος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πηχυαίος < πήχυς
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πηχυαίος | πηχυαία | πηχυαίο |
| Γενική | πηχυαίου | πηχυαίας | πηχυαίου |
| Αιτιατική | πηχυαίο | πηχυαία | πηχυαίο |
| Κλητική | πηχυαίε | πηχυαία | πηχυαίο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πηχυαίοι | πηχυαίες | πηχυαία |
| Γενική | πηχυαίων | πηχυαίων | πηχυαίων |
| Αιτιατική | πηχυαίους | πηχυαίες | πηχυαία |
| Κλητική | πηχυαίοι | πηχυαίες | πηχυαία |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →