πιάνει άερας
•
- άνεμοςη αλλαγή καιρού με άνεμο Βικιλεξικό
- Μας πιάσανε οι αέρηδες, και γυρίσαμε το σκάρος πίσω στο λιμάνι.
- για περιοχή που έχει συχνά ανέμους Βικιλεξικό
- Εκείνη την παραλία την πιάνει ο αέρας, ενώ στην άλλη μεριά του νησιού είναι πιο ήσυχη η θάλασσα.
Ετυμολογία
πιάνει άερας < → δείτε τη λέξη πιάνει, απρόσωπη χρήση του τρίτου προσώπου του πιάνω & αέρας
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →