πιάνομαι
•
- για ένα κινούμενο αντικείμενο που ακινητοποιείται με τα χέρια Βικιλεξικό
- αυτό το πέναλντι δεν πιανόταν
- συλλαμβάνομαι Βικιλεξικό
- πιάστηκαν οι ληστές
- νιώθω σωματικό πόνο ή ενόχληση που δυσκολεύει την κίνηση´ Βικιλεξικό
- πιάστηκα οδηγώντας τόσες ώρες
- μετράω ως, με υπολογίζουν ως, με αναγνωρίζουν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πιάνομαι < παθητική φωνή του ρήματος πιάνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | πιάνομαι | πιάνεσαι | πιάνεται | πιανόμαστε | πιάνεστε | πιάνονται |
| Παρατατικός | πιανόμουν / πιανόμουνα | πιανόσουν / πιανόσουνα | πιανόταν / πιανότανε | πιανόμασταν / πιανόμαστε | πιανόσασταν / πιανόσαστε | πιάνονταν / πιανόντουσαν |
| Αόριστος | πιάστηκα | πιάστηκες | πιάστηκε | πιαστήκαμε | πιαστήκατε | πιάστηκαν / πιαστήκαν / πιαστήκανε |
| Μέλλοντας | θα πιάνομαι / θα πιαστώ | θα πιάνεσαι / θα πιαστείς | θα πιάνεται / θα πιαστεί | θα πιανόμαστε / θα πιαστούμε | θα πιάνεστε / θα πιαστείτε | θα πιάνονται / θα πιαστούν / θα πιαστούνε |
| Παρακείμενος | έχω πιαστεί | έχεις πιαστεί | έχει πιαστεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα πιαστεί | είχες πιαστεί | είχε πιαστεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω πιαστεί / να πιάνομαι / να πιαστώ | να έχεις πιαστεί / να πιάνεσαι / να πιαστείς | να έχει πιαστεί / να πιάνεται / να πιαστεί | να πιανόμαστε / να πιαστούμε | να πιάνεστε / να πιαστείτε | να πιάνονται / να πιαστούν / να πιαστούνε |
| Προστακτική | — | πιάνου / πιάσου | — | — | πιάνεστε / πιαστείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →