Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πιάνομαι

ρήμα
•
  1. για ένα κινούμενο αντικείμενο που ακινητοποιείται με τα χέρια Βικιλεξικό
    • αυτό το πέναλντι δεν πιανόταν
  2. συλλαμβάνομαι Βικιλεξικό
    • πιάστηκαν οι ληστές
  3. νιώθω σωματικό πόνο ή ενόχληση που δυσκολεύει την κίνηση´ Βικιλεξικό
    • πιάστηκα οδηγώντας τόσες ώρες
  4. μετράω ως, με υπολογίζουν ως, με αναγνωρίζουν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πιάνομαι < παθητική φωνή του ρήματος πιάνω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςπιάνομαιπιάνεσαιπιάνεταιπιανόμαστεπιάνεστεπιάνονται
Παρατατικόςπιανόμουν / πιανόμουναπιανόσουν / πιανόσουναπιανόταν / πιανότανεπιανόμασταν / πιανόμαστεπιανόσασταν / πιανόσαστεπιάνονταν / πιανόντουσαν
Αόριστοςπιάστηκαπιάστηκεςπιάστηκεπιαστήκαμεπιαστήκατεπιάστηκαν / πιαστήκαν / πιαστήκανε
Μέλλονταςθα πιάνομαι / θα πιαστώθα πιάνεσαι / θα πιαστείςθα πιάνεται / θα πιαστείθα πιανόμαστε / θα πιαστούμεθα πιάνεστε / θα πιαστείτεθα πιάνονται / θα πιαστούν / θα πιαστούνε
Παρακείμενοςέχω πιαστείέχεις πιαστείέχει πιαστεί———
Υπερσυντέλικοςείχα πιαστείείχες πιαστείείχε πιαστεί———
Υποτακτικήνα έχω πιαστεί / να πιάνομαι / να πιαστώνα έχεις πιαστεί / να πιάνεσαι / να πιαστείςνα έχει πιαστεί / να πιάνεται / να πιαστείνα πιανόμαστε / να πιαστούμενα πιάνεστε / να πιαστείτενα πιάνονται / να πιαστούν / να πιαστούνε
Προστακτική—πιάνου / πιάσου——πιάνεστε / πιαστείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →