πιάσιμο
•
- η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του πιάνω Βικιλεξικό
- το κράτημα με το χέρι κάποιου αντικειμένου
- η σύλληψη ενός ύποπτου ή παρανόμου
- η σύλληψη και κύηση
- η κατάληψη ενός χώρου ή μιας θέσης
- το κόλλημα του φαγητού που μαγειρεύουμε
- η επιτυχής ανάπτυξη ενός φυτού που φυτέψαμε
- η αγκύλωση, το μούδιασμα, η παραλυσία μέρους ή ολόκληρου του σώματος μας
- το συνήθως πρόχειρη στερέωση υφάσματος ή άλλου αντικειμένου Βικιλεξικό
- το μέρος ενός αντικειμένου από το οποίο μπορεί κάποιος να το πιάσει, λαβή, χερούλι, χειρολαβή Βικιλεξικό
- συνήθως στον πληθυντικόοι γυναικείες καμπύλες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πιάσιμο < πιάσ- (αοριστικό θέμα του πιάνω) + -ιμο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πιάσιμο | πιασίματα |
| Γενική | πιασίματος | πιασιμάτων |
| Αιτιατική | πιάσιμο | πιασίματα |
| Κλητική | πιάσιμο | πιασίματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →