πιένα
•
- προφορικόη μαζική προσέλευση θεατών και κοινού σε θεατρική παράσταση, μουσική συναυλία κ.λπ. Βικιλεξικό
- προφορικόη επιτυχία (εισπρακτική ή άλλη) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πιένα < ιταλική piena, θηλυκό του pieno < λατινική plēnus < πρωτοϊταλική *plēnos < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *pl̥h₁nós (πλήρης)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πιένα | πιένες |
| Γενική | πιένας | πιενών |
| Αιτιατική | πιένα | πιένες |
| Κλητική | πιένα | πιένες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →