Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πιανιστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με το πιάνο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πιανιστικός < πιάνο

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπιανιστικόςπιανιστικήπιανιστικό
Γενικήπιανιστικούπιανιστικήςπιανιστικού
Αιτιατικήπιανιστικόπιανιστικήπιανιστικό
Κλητικήπιανιστικέπιανιστικήπιανιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπιανιστικοίπιανιστικέςπιανιστικά
Γενικήπιανιστικώνπιανιστικώνπιανιστικών
Αιτιατικήπιανιστικούςπιανιστικέςπιανιστικά
Κλητικήπιανιστικοίπιανιστικέςπιανιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →