πιανόλα
•
- μουσικό όργανομηχανικό πιάνο που χρησιμοποιεί ένα διάτρητο ρολό για το αυτόματο παίξιμο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πιανόλα < αγγλική pianola < ιταλική piano < λατινική planus < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *pleh₂- ]
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πιανόλα | πιανόλες |
| Γενική | πιανόλας | πιανολών |
| Αιτιατική | πιανόλα | πιανόλες |
| Κλητική | πιανόλα | πιανόλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →