Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πιαστράκι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. υποκοριστικό του πιάστρα, γενική ονομασία για οποιοδήποτε μικρό αντικείμενο που χρησιμεύει στο πιάσιμο άλλων πραγμάτων Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πιαστράκι < πιάστρα + υποκοριστικό επίθημα -άκι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπιαστράκιπιαστράκια
Γενική——
Αιτιατικήπιαστράκιπιαστράκια
Κλητικήπιαστράκιπιαστράκια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →