πιατάκι
•
- ένα μικρό πιάτο Βικιλεξικό
- μικρός δίσκος με εσοχή για τη τοποθέτηση φλιτζανιών και ποτηριών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πιατάκι < πιάτο + υποκοριστικό επίθημα -άκι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πιατάκι | πιατάκια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | πιατάκι | πιατάκια |
| Κλητική | πιατάκι | πιατάκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →