πιατέλα
•
- το μεγάλο και ρηχό πιάτο, σε σχήμα κύκλου ή έλλειψης Βικιλεξικό
- παραμερίζει πάνω στο χαμηλό τραπεζάκι του καναπέ τα μπολ με τα τσιπς, τα κριτσίνια, το χούμους και το γκουακαμόλε και ακουμπά την πιατέλα με τα ζεστά κομμάτια πίτσας (Ντορίνα Παπαλιού, Η φωνή στα χέρια της, εκδ. Ίκαρος, 2024)
Ετυμολογία
πιατέλα < (άμεσο δάνειο) ιταλική piatello (μικρό πιάτο) μεγεθυντικό του
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πιατέλα | πιατέλες |
| Γενική | πιατέλας | πιατελών |
| Αιτιατική | πιατέλα | πιατέλες |
| Κλητική | πιατέλα | πιατέλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →