πιβουλιά
•
- ιδιωματικόη επιβουλή, ο δόλος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πιβουλιά < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική πιβουλιά < ἐπιβουλιά < ἐπιβουλία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πιβουλιά | πιβουλιές |
| Γενική | πιβουλιάς | πιβουλιών |
| Αιτιατική | πιβουλιά | πιβουλιές |
| Κλητική | πιβουλιά | πιβουλιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →