πιεζοηλεκτρικός
•
- που αναφέρεται στον πιεζοηλεκτρισμό, στην δυνατότητα μερικών κρυσταλλικών υλικών να παράγουν ηλεκτρική τάση όταν δέχονται μηχανική τάση ή πίεση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πιεζοηλεκτρικός < μορφολογικά αναλύεται πιεζο- + ηλεκτρικός • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πιεζοηλεκτρικός | πιεζοηλεκτρική | πιεζοηλεκτρικό |
| Γενική | πιεζοηλεκτρικού | πιεζοηλεκτρικής | πιεζοηλεκτρικού |
| Αιτιατική | πιεζοηλεκτρικό | πιεζοηλεκτρική | πιεζοηλεκτρικό |
| Κλητική | πιεζοηλεκτρικέ | πιεζοηλεκτρική | πιεζοηλεκτρικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πιεζοηλεκτρικοί | πιεζοηλεκτρικές | πιεζοηλεκτρικά |
| Γενική | πιεζοηλεκτρικών | πιεζοηλεκτρικών | πιεζοηλεκτρικών |
| Αιτιατική | πιεζοηλεκτρικούς | πιεζοηλεκτρικές | πιεζοηλεκτρικά |
| Κλητική | πιεζοηλεκτρικοί | πιεζοηλεκτρικές | πιεζοηλεκτρικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →