Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πιεζοηλεκτρικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αναφέρεται στον πιεζοηλεκτρισμό, στην δυνατότητα μερικών κρυσταλλικών υλικών να παράγουν ηλεκτρική τάση όταν δέχονται μηχανική τάση ή πίεση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πιεζοηλεκτρικός < μορφολογικά αναλύεται πιεζο- + ηλεκτρικός • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπιεζοηλεκτρικόςπιεζοηλεκτρικήπιεζοηλεκτρικό
Γενικήπιεζοηλεκτρικούπιεζοηλεκτρικήςπιεζοηλεκτρικού
Αιτιατικήπιεζοηλεκτρικόπιεζοηλεκτρικήπιεζοηλεκτρικό
Κλητικήπιεζοηλεκτρικέπιεζοηλεκτρικήπιεζοηλεκτρικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπιεζοηλεκτρικοίπιεζοηλεκτρικέςπιεζοηλεκτρικά
Γενικήπιεζοηλεκτρικώνπιεζοηλεκτρικώνπιεζοηλεκτρικών
Αιτιατικήπιεζοηλεκτρικούςπιεζοηλεκτρικέςπιεζοηλεκτρικά
Κλητικήπιεζοηλεκτρικοίπιεζοηλεκτρικέςπιεζοηλεκτρικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →