Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πιεστικά

επίρρημα
•
  1. εξασκώντας ψυχολογική πίεση Βικιλεξικό
    • φέρεται πιεστικά
  2. συνεχόμενα Βικιλεξικό
    • Άρχισε να χτυπάει το κλάξον πιεστικά, όπως στ' ασθενοφόρα. (⌘ Διδώ Σωτηρίου, Εντολή, [μυθιστόρημα], 1976)

Ετυμολογία

πιεστικά < πιεστικ(ός) + -ά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →