πιεστικό
•
- τεχνολογίααντλία που συμβάλλει στην αύξηση της πίεσης του νερού σε υδρευτικό δίκτυο Βικιλεξικό
- τεχνολογίαπλυστικό μηχάνημα που ρίχνει νερό με πίεση, ή/και άλλο υγρό για απολύμανση ή ψεκασμό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πιεστικό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου πιεστικός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πιεστικό | πιεστικά |
| Γενική | πιεστικού | πιεστικών |
| Αιτιατική | πιεστικό | πιεστικά |
| Κλητική | πιεστικό | πιεστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →