πιθαμφορέας
•
- κεραμικήαποθηκευτικό αγγείο από την Κρήτη της μινωικής περιόδου το οποίο συνδύαζε τα χαρακτηριστικά του αμφορέα (λαβές, λαιμό) και το μέγεθος του πίθου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πιθαμφορέας < πίθ(ος) + αμφορέας
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πιθαμφορέας | πιθαμφορείς |
| Γενική | πιθαμφορέα | πιθαμφορέων |
| Αιτιατική | πιθαμφορέα | πιθαμφορείς |
| Κλητική | πιθαμφορέα | πιθαμφορείς |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →