πιθανοκρατία
•
- φιλοσοφίαπιθανισμός ερμηνευμένος μέσω παλαιότερων φιλοσοφικών και θρησκευτικών ρευμάτων (όταν δεν είχε ολοκληρωθεί το φάσμα πιθανοθεωριών [συχνοτισμός, μπεϋζιανισμός κτλ.]) Βικιλεξικό
- απόλυτος πιθανισμός, η παντελής επικράτηση τις πιθανοτικότητας (συνήθως) σε κάθε τομέα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πιθανοκρατία < πιθανός + κρατώ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πιθανοκρατία | πιθανοκρατίες |
| Γενική | πιθανοκρατίας | πιθανοκρατιών |
| Αιτιατική | πιθανοκρατία | πιθανοκρατίες |
| Κλητική | πιθανοκρατία | πιθανοκρατίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →