Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πιθηκισμός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. μειωτικόη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πιθηκίζω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πιθηκισμός < αρχαία ελληνική πιθηκισμός < πιθηκίζω ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική singerie )

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπιθηκισμόςπιθηκισμοί
Γενικήπιθηκισμούπιθηκισμών
Αιτιατικήπιθηκισμόπιθηκισμούς
Κλητικήπιθηκισμέπιθηκισμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →