Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πιθηκομούρης

επίθετο, αρσενικό
•
  1. μεταφορικάο ασχημομούρης, ο δύσμορφος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πιθηκομούρης < πίθηκος + -ο- + μούρη + -ης

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπιθηκομούρηςπιθηκομούραπιθηκομούρικο
Γενικήπιθηκομούρηπιθηκομούραςπιθηκομούρικου
Αιτιατικήπιθηκομούρηπιθηκομούραπιθηκομούρικο
Κλητικήπιθηκομούρηπιθηκομούραπιθηκομούρικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπιθηκομούρηδεςπιθηκομούρεςπιθηκομούρικα
Γενικήπιθηκομούρηδων—πιθηκομούρικων
Αιτιατικήπιθηκομούρηδεςπιθηκομούρεςπιθηκομούρικα
Κλητικήπιθηκομούρηδεςπιθηκομούρεςπιθηκομούρικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →