πικρίζω
•
- έχω μια ελαφρώς πικρή γεύση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πικρίζω < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | πικρίζω | πικρίζεις | πικρίζει | πικρίζουμε | πικρίζετε | πικρίζουν / πικρίζουνε |
| Παρατατικός | πίκριζα | πίκριζες | πίκριζε | πικρίζαμε | πικρίζατε | πίκριζαν / πικρίζαν / πικρίζανε |
| Αόριστος | πίκρισα | πίκρισες | πίκρισε | πικρίσαμε | πικρίσατε | πίκρισαν / πικρίσαν / πικρίσανε |
| Μέλλοντας | θα πικρίζω / θα πικρίσω | θα πικρίζεις / θα πικρίσεις | θα πικρίζει / θα πικρίσει | θα πικρίζουμε / θα πικρίσουμε | θα πικρίζετε / θα πικρίσετε | θα πικρίζουν / θα πικρίζουνε / θα πικρίσουν / θα πικρίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω πικρίσει | έχεις πικρίσει | έχει πικρίσει | έχουμε πικρίσει | έχετε πικρίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα πικρίσει | είχες πικρίσει | είχε πικρίσει | είχαμε πικρίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω πικρίσει / να πικρίζω / να πικρίσω | να έχεις πικρίσει / να πικρίζεις / να πικρίσεις | να έχει πικρίσει / να πικρίζει / να πικρίσει | να έχουμε πικρίσει / να πικρίζουμε / να πικρίσουμε | να έχετε πικρίσει / να πικρίζετε / να πικρίσετε | να πικρίζουν / να πικρίζουνε / να πικρίσουν / να πικρίσουνε |
| Προστακτική | — | πίκριζε / πίκρισε | — | — | πικρίζετε / πικρίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →