πικραίνω
•
- σπάνιοκάνω κάτι να έχει πικρή γεύση Βικιλεξικό
- άλλες μορφές: πικρίζω
- μεταφορικάκάνω κάποιον να λυπάται ή να στενοχωριέται Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πικραίνω < αρχαία ελληνική πικραίνω < πικρός
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | πικραίνω | πικραίνεις | πικραίνει | πικραίνουμε | πικραίνετε | πικραίνουν / πικραίνουνε |
| Παρατατικός | πίκραινα | πίκραινες | πίκραινε | πικραίναμε | πικραίνατε | πίκραιναν / πικραίναν / πικραίνανε |
| Αόριστος | πίκρανα | πίκρανες | πίκρανε | πικράναμε | πικράνατε | πίκραναν / πικράναν / πικράνανε |
| Μέλλοντας | θα πικράνω / θα πικραίνω | θα πικράνεις / θα πικραίνεις | θα πικράνει / θα πικραίνει | θα πικράνουμε / θα πικραίνουμε | θα πικράνετε / θα πικραίνετε | θα πικράνουν / θα πικράνουνε / θα πικραίνουν / θα πικραίνουνε |
| Παρακείμενος | έχω πικράνει | έχεις πικράνει | έχει πικράνει | έχουμε πικράνει | έχετε πικράνει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα πικράνει | είχες πικράνει | είχε πικράνει | είχαμε πικράνει | είχατε πικράνει | — |
| Υποτακτική | να έχω πικράνει / να πικράνω / να πικραίνω | να έχεις πικράνει / να πικράνεις / να πικραίνεις | να έχει πικράνει / να πικράνει / να πικραίνει | να έχουμε πικράνει / να πικράνουμε / να πικραίνουμε | να έχετε πικράνει / να πικράνετε / να πικραίνετε | να πικράνουν / να πικράνουνε / να πικραίνουν / να πικραίνουνε |
| Προστακτική | — | πίκραινε / πίκρανε | — | — | πικράνετε / πικραίνετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →