Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πικραντικός

/pi.kɾan.diˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δίνει πικρή γεύση σε κάτι, πικραίνει κάτι Βικιλεξικό
  2. σπάνιοπου έχει την ικανότητα να πικραίνει, να προκαλεί πικρία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πικραντικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή πικραντικῶς (επίρρημα) με (αναδρομικό σχηματισμό) κατά το επίθετο γλυκαντικός < πικραίνω, πικραν- + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπικραντικόςπικραντικήπικραντικό
Γενικήπικραντικούπικραντικήςπικραντικού
Αιτιατικήπικραντικόπικραντικήπικραντικό
Κλητικήπικραντικέπικραντικήπικραντικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπικραντικοίπικραντικέςπικραντικά
Γενικήπικραντικώνπικραντικώνπικραντικών
Αιτιατικήπικραντικούςπικραντικέςπικραντικά
Κλητικήπικραντικοίπικραντικέςπικραντικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →