πικρικός
•
- χημείαπου έχει σχέση με το πικρικό οξύ ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πικρικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική picric < αρχαία ελληνική πικρός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πικρικός | πικρική | πικρικό |
| Γενική | πικρικού | πικρικής | πικρικού |
| Αιτιατική | πικρικό | πικρική | πικρικό |
| Κλητική | πικρικέ | πικρική | πικρικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πικρικοί | πικρικές | πικρικά |
| Γενική | πικρικών | πικρικών | πικρικών |
| Αιτιατική | πικρικούς | πικρικές | πικρικά |
| Κλητική | πικρικοί | πικρικές | πικρικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →