πικροθάλασσα
•
- η θάλασσα για τους καημούς που δίνει στις οικογένειες των ναυτικών ή των ψαράδων, όταν αυτοί ξανοίγονται μα εξαιτίας τρικυμίας δεν γυρίζουν ποτέ πια πίσω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πικροθάλασσα < πικρός και θάλασσα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πικροθάλασσα | πικροθάλασσες |
| Γενική | πικροθάλασσας | πικροθαλασσών |
| Αιτιατική | πικροθάλασσα | πικροθάλασσες |
| Κλητική | πικροθάλασσα | πικροθάλασσες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →