Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πικρούτσικος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. κάπως πικρός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πικρούτσικος < πικρός + υποκοριστικό επίθημα -ούτσικος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπικρούτσικοςπικρούτσικηπικρούτσικο
Γενικήπικρούτσικουπικρούτσικηςπικρούτσικου
Αιτιατικήπικρούτσικοπικρούτσικηπικρούτσικο
Κλητικήπικρούτσικεπικρούτσικηπικρούτσικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπικρούτσικοιπικρούτσικεςπικρούτσικα
Γενικήπικρούτσικωνπικρούτσικωνπικρούτσικων
Αιτιατικήπικρούτσικουςπικρούτσικεςπικρούτσικα
Κλητικήπικρούτσικοιπικρούτσικεςπικρούτσικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →