πικρόγλυκος
•
- κυριολεκτικάσυνώνυμο του γλυκόπικρος Βικιλεξικό
- Σ’ ενα ανεκδοτικό επεισόδιο που διηγείται ο Αιλιανός (Ποικίλη Ἱστορία, 2, 19), αναγνωρίζω συμπυκνωμένην αυτήν την πικρόγλυκη στάση του Σωκράτους.
Ετυμολογία
πικρόγλυκος < πικρό- + γλυκός. → δείτε και το μεσαιωνικό πικρόγλυκος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πικρόγλυκος | πικρόγλυκη | πικρόγλυκο |
| Γενική | πικρόγλυκου | πικρόγλυκης | πικρόγλυκου |
| Αιτιατική | πικρόγλυκο | πικρόγλυκη | πικρόγλυκο |
| Κλητική | πικρόγλυκε | πικρόγλυκη | πικρόγλυκο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πικρόγλυκοι | πικρόγλυκες | πικρόγλυκα |
| Γενική | πικρόγλυκων | πικρόγλυκων | πικρόγλυκων |
| Αιτιατική | πικρόγλυκους | πικρόγλυκες | πικρόγλυκα |
| Κλητική | πικρόγλυκοι | πικρόγλυκες | πικρόγλυκα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →