Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πικρόγλυκος

/piˈkɾo.ɣli.kos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. κυριολεκτικάσυνώνυμο του γλυκόπικρος Βικιλεξικό
    • Σ’ ενα ανεκδοτικό επεισόδιο που διηγείται ο Αιλιανός (Ποικίλη Ἱστορία, 2, 19), αναγνωρίζω συμπυκνωμένην αυτήν την πικρόγλυκη στάση του Σωκράτους.

Ετυμολογία

πικρόγλυκος < πικρό- + γλυκός. → δείτε και το μεσαιωνικό πικρόγλυκος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπικρόγλυκοςπικρόγλυκηπικρόγλυκο
Γενικήπικρόγλυκουπικρόγλυκηςπικρόγλυκου
Αιτιατικήπικρόγλυκοπικρόγλυκηπικρόγλυκο
Κλητικήπικρόγλυκεπικρόγλυκηπικρόγλυκο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπικρόγλυκοιπικρόγλυκεςπικρόγλυκα
Γενικήπικρόγλυκωνπικρόγλυκωνπικρόγλυκων
Αιτιατικήπικρόγλυκουςπικρόγλυκεςπικρόγλυκα
Κλητικήπικρόγλυκοιπικρόγλυκεςπικρόγλυκα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →