Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πικρόγλωσσος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. μεταφορικάπου με τα λόγια του πικραίνει, θλίβει ή θίγει κάποιον Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πικρόγλωσσος < αρχαία ελληνική πικρόγλωσσος < πῐκρός + γλῶσσα

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπικρόγλωσσοςπικρόγλωσσηπικρόγλωσσο
Γενικήπικρόγλωσσουπικρόγλωσσηςπικρόγλωσσου
Αιτιατικήπικρόγλωσσοπικρόγλωσσηπικρόγλωσσο
Κλητικήπικρόγλωσσεπικρόγλωσσηπικρόγλωσσο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπικρόγλωσσοιπικρόγλωσσεςπικρόγλωσσα
Γενικήπικρόγλωσσωνπικρόγλωσσωνπικρόγλωσσων
Αιτιατικήπικρόγλωσσουςπικρόγλωσσεςπικρόγλωσσα
Κλητικήπικρόγλωσσοιπικρόγλωσσεςπικρόγλωσσα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →