Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πικρόλογος

/piˈkɾo.lo.ɣos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. για λόγια που πικραίνουν, όταν λέγονται Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένοπικρόλογο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πικρόλογος < μεσαιωνική ελληνική πικρόλογος < ελληνιστική κοινή πικρολόγος < αρχαία ελληνική πικρός + λόγος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπικρόλογοςπικρόλογηπικρόλογο
Γενικήπικρόλογουπικρόλογηςπικρόλογου
Αιτιατικήπικρόλογοπικρόλογηπικρόλογο
Κλητικήπικρόλογεπικρόλογηπικρόλογο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπικρόλογοιπικρόλογεςπικρόλογα
Γενικήπικρόλογωνπικρόλογωνπικρόλογων
Αιτιατικήπικρόλογουςπικρόλογεςπικρόλογα
Κλητικήπικρόλογοιπικρόλογεςπικρόλογα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →