Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πικρότητα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λόγιοτο να είναι κάποιος ή κάτι πικρό(ς), η ιδιότητα του πικρού Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πικρότητα < αρχαία ελληνική πικρότητα αιτιατική ενικού τού πικρότης < πικρός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπικρότηταπικρότητες
Γενικήπικρότηταςπικροτήτων
Αιτιατικήπικρότηταπικρότητες
Κλητικήπικρότηταπικρότητες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →