πιλάλημα
•
- λαϊκότροπογρήγορο και ορμητικό τρέξιμο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πιλάλημα < μεσαιωνική ελληνική πιλάλημα < (ελληνιστική κοινή) < λαλέω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πιλάλημα | πιλαλήματα |
| Γενική | πιλαλήματος | πιλαλημάτων |
| Αιτιατική | πιλάλημα | πιλαλήματα |
| Κλητική | πιλάλημα | πιλαλήματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →