πιλαφάς
•
- ειρωνικό, ναύτης που υπηρετεί τη θητεία του Βικιλεξικό
- Πιλαφάς στο ναυτικό είσαι ρε;
- παρωχημένοηδονολάτρης, συβαρίτης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πιλαφάς < πιλάφ(ι) + -άς
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πιλαφάς | πιλαφάδες |
| Γενική | πιλαφά | πιλαφάδων |
| Αιτιατική | πιλαφά | πιλαφάδες |
| Κλητική | πιλαφά | πιλαφάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →