Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πιλαφάς

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ειρωνικό, ναύτης που υπηρετεί τη θητεία του Βικιλεξικό
    • Πιλαφάς στο ναυτικό είσαι ρε;
  2. παρωχημένοηδονολάτρης, συβαρίτης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πιλαφάς < πιλάφ(ι) + -άς

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπιλαφάςπιλαφάδες
Γενικήπιλαφάπιλαφάδων
Αιτιατικήπιλαφάπιλαφάδες
Κλητικήπιλαφάπιλαφάδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →