πιλαφίζω
•
- με τις μεταφορικές σημασίες: απομυζώ, ξεζουμίζω, ξεκοκαλίζω, αρμέγω Βικιλεξικό
- πλουτίζω με άδικα μέσα, με άδικο τρόπο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πιλαφίζω < πιλάφ(ι) + -ίζω • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | πιλαφίζω | πιλαφίζεις | πιλαφίζει | πιλαφίζουμε | πιλαφίζετε | πιλαφίζουν / πιλαφίζουνε |
| Παρατατικός | πιλάφιζα | πιλάφιζες | πιλάφιζε | πιλαφίζαμε | πιλαφίζατε | πιλάφιζαν / πιλαφίζαν / πιλαφίζανε |
| Αόριστος | πιλάφισα | πιλάφισες | πιλάφισε | πιλαφίσαμε | πιλαφίσατε | πιλάφισαν / πιλαφίσαν / πιλαφίσανε |
| Μέλλοντας | θα πιλαφίζω / θα πιλαφίσω | θα πιλαφίζεις / θα πιλαφίσεις | θα πιλαφίζει / θα πιλαφίσει | θα πιλαφίζουμε / θα πιλαφίσουμε | θα πιλαφίζετε / θα πιλαφίσετε | θα πιλαφίζουν / θα πιλαφίζουνε / θα πιλαφίσουν / θα πιλαφίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω πιλαφίσει | έχεις πιλαφίσει | έχει πιλαφίσει | έχουμε πιλαφίσει | έχετε πιλαφίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα πιλαφίσει | είχες πιλαφίσει | είχε πιλαφίσει | είχαμε πιλαφίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω πιλαφίσει / να πιλαφίζω / να πιλαφίσω | να έχεις πιλαφίσει / να πιλαφίζεις / να πιλαφίσεις | να έχει πιλαφίσει / να πιλαφίζει / να πιλαφίσει | να έχουμε πιλαφίσει / να πιλαφίζουμε / να πιλαφίσουμε | να έχετε πιλαφίσει / να πιλαφίζετε / να πιλαφίσετε | να πιλαφίζουν / να πιλαφίζουνε / να πιλαφίσουν / να πιλαφίσουνε |
| Προστακτική | — | πιλάφιζε / πιλάφισε | — | — | πιλαφίζετε / πιλαφίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →