πιλοποιείο
•
- εργαστήριο / εργοστάσιο παραγωγής καπέλων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πιλοποιείο < πίλ(ος) + -ο- + -ποιείο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πιλοποιείο | πιλοποιεία |
| Γενική | πιλοποιείου | πιλοποιείων |
| Αιτιατική | πιλοποιείο | πιλοποιεία |
| Κλητική | πιλοποιείο | πιλοποιεία |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →