πιλοτή
•
- αρχιτεκτονικήστο ισόγειο ενός κτηρίου ή μιας πολυκατοικίας, ο χώρος αυτός που δεν περιβάλλεται από τοίχους και υπάρχουν μόνο οι κολόνες της οικοδομής Βικιλεξικό
- Το καλοκαίρι καθόμαστε στην πιλοτή για περισσότερη δροσιά.
- Κωδικοί 212-219-226. Συμπληρώνεται αθροιστικά η επιφάνεια των ιδιόκτητων ή μισθωμένων βοηθητικών χώρων (αποθήκη και χώρος στάθμευσης) που είναι ανεξάρτητοι π.χ. στο υπόγειο ή στον ακάλυπτο χώρο της ίδιας οικοδομής. Διευκρινίζεται ότι στους κωδικούς αυτούς δεν συμπληρώνεται η επιφάνεια του χώρου στάθμευσης σε πιλοτή. (www.efsyn.gr, 24.06.2015)
Ετυμολογία
πιλοτή < γαλλική pilotis (πάσσαλος, πιλοτή), αρσενικό στα γαλλικά, με μετατροπή σε θηλυκό < απώτερης προέλευσης από τη λατινική pila (κολόνα, στήλη) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *peh₂ǵ- (επισκευάζω, ενισχύω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πιλοτή | πιλοτές |
| Γενική | πιλοτής | πιλοτών |
| Αιτιατική | πιλοτή | πιλοτές |
| Κλητική | πιλοτή | πιλοτές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →