πιλοτιέρα
•
- ναυτικός όροςτο διεθνές σημείο (S) του ναυτικού κώδικα που σημαίνει «ζητώ πλοηγό» Βικιλεξικό
- η πλοηγίδα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πιλοτιέρα < πιλότ(ος) + -ιέρα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πιλοτιέρα | πιλοτιέρες |
| Γενική | πιλοτιέρας | πιλοτιερών |
| Αιτιατική | πιλοτιέρα | πιλοτιέρες |
| Κλητική | πιλοτιέρα | πιλοτιέρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →