πιλοφορώ
•
- αρχαιοπρεπέςφορώ πίλο (καπέλο, πηλίκο κ.λπ.) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πιλοφορώ < ελληνιστική κοινή πιλοφορέω < αρχαία ελληνική πῖλος + φορέω < φέρω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | πιλοφορώ | πιλοφορείς | πιλοφορεί | πιλοφορούμε | πιλοφορείτε | πιλοφορούν / πιλοφορούνε |
| Παρατατικός | πιλοφορούσα | πιλοφορούσες | πιλοφορούσε | πιλοφορούσαμε | πιλοφορούσατε | πιλοφορούσαν / πιλοφορούσανε |
| Αόριστος | πιλοφόρησα | πιλοφόρησες | πιλοφόρησε | πιλοφορήσαμε | πιλοφορήσατε | πιλοφορήσαν / πιλοφορήσανε / πιλοφόρησαν |
| Μέλλοντας | θα πιλοφορήσω / θα πιλοφορώ | θα πιλοφορήσεις / θα πιλοφορείς | θα πιλοφορήσει / θα πιλοφορεί | θα πιλοφορήσουμε / θα πιλοφορούμε | θα πιλοφορήσετε / θα πιλοφορείτε | θα πιλοφορήσουν / θα πιλοφορήσουνε / θα πιλοφορούν / θα πιλοφορούνε |
| Παρακείμενος | έχω πιλοφορήσει | έχεις πιλοφορήσει | έχει πιλοφορήσει | έχουμε πιλοφορήσει | έχετε πιλοφορήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα πιλοφορήσει | είχες πιλοφορήσει | είχε πιλοφορήσει | είχαμε πιλοφορήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω πιλοφορήσει / να πιλοφορήσω / να πιλοφορώ | να έχεις πιλοφορήσει / να πιλοφορήσεις / να πιλοφορείς | να έχει πιλοφορήσει / να πιλοφορήσει / να πιλοφορεί | να έχουμε πιλοφορήσει / να πιλοφορήσουμε / να πιλοφορούμε | να έχετε πιλοφορήσει / να πιλοφορήσετε / να πιλοφορείτε | να πιλοφορήσουν / να πιλοφορήσουνε / να πιλοφορούν / να πιλοφορούνε |
| Προστακτική | — | πιλοφόρει / πιλοφόρησε | — | — | πιλοφορήστε / πιλοφορείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →